“Θέλω να μου στέλνεις ό,τι γράφεις!”

“Θέλω να μου στέλνεις ό,τι γράφεις!”

Το ξέρετε το ανέκδοτο με το γρύλο; Φυσικά και το ξέρετε. Οι παλιοί τουλάχιστον, ή, οκ, οι κάπως μεγαλύτεροι. Εντάξει, μη τα ωραιοποιούμε, οι αρκετά μεγαλύτεροι. Οι ηλικίες από 40 και κάτω δεν το έχουν καν ακούσει.

Και είναι σπαστικό αυτό. Ξέρεις τι είναι να κάνεις μια συζήτηση, να λες στον άλλον “το κάνεις τώρα σαν το ανέκδοτο με το γρύλο” και να σου λέει ποιο είναι αυτό; Και να συμβαίνει μια αυτό, να συμβαίνει δύο, άντε να πεις εντάξει. Όταν αρχίζει να συμβαίνει συχνά, αρχίζεις να αμφιβάλλεις για το αν πράγματι είναι γνωστό ανέκδοτο. Και μετά εμφανίζονται κάποιοι που το ξέρουν, και αρχίζεις σιγά σιγά να συνειδητοποιείς ότι οι συνομιλητές σου βρίσκονται κυρίως σε μικρότερο εύρος ηλικιών, και σιγά σιγά και με το καιρό όλα μπαίνουν σε τάξη.

Οι μικρές ηλικίες δεν ξέρουν το ανέκδοτο με το γρύλο, οι μεγαλύτερες το ξέρουν.

Δεν θα σας πω το ανέκδοτο με το γρύλο – τουλάχιστον όχι, αν δεν κολλάει στην ιστορία μας. Σπαστικό; Ε δεν είναι. Ή μπορεί και να είναι, αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό. Έχετε ήδη μπει στη 4η παράγραφο και ξεχάσατε ότι ο τίτλος ήταν άλλος και πως τόση ώρα δεν έχω μπει στο θέμα. Οκ οκ, όλα στην ώρα τους. Φυσικά και θα μπω στο θέμα. Αλλά σε μπλοκ είμαι, θα υποθέσω λοιπόν ότι χωρίς βλάβη της γενικότητας έχω την άδειά σας να εκφραστώ με το τρόπο που θέλω χωρίς να με καταπιέσει κανένας. Εξ΄ άλλου,

αυτό δεν είναι παρά το πρώτο άρθρο του μπλοκ. Το μαγαζί είναι ακόμη άδειο, μπορώ να κάνω ό,τι πρόγραμμα θέλω.

Για την ώρα, ελπίζω.

Που κολλάει το ανέκδοτο με το γρύλο λοιπόν, και ποιο τελικά είναι το θέμα μου. Το θέμα μου είναι το μπλοκ. Ή το πρώτο άρθρο. Το πρώτο άρθρο του μπλοκ τέλος πάντων, ή να το πω αλλιώς, τι δουλειά έχω εγώ εδώ; Κι εν πάση περιπτώσει…

Θέλω να τα πω!

Οκ, θα το παραδεχτώ, έχετε ένα δίκιο, δεν είμαι εντελώς σαφής ακόμη. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα.

Ακούστε μια γενικότητα. Με εκνευρίζουν οι γενικότητες. Αυτές, είναι φράσεις που συνήθως αφορούν μόνο συγκεκριμένους ανθρώπους και πάντα λέγονται με το υπονοούμενο ότι αφορούν όλους τους ανθρώπους, ή μια ολόκληρη κατηγορία πληθυσμού. “Οι άντρες είναι αυτό”, “οι γυναίκες είναι το άλλο”, “σε εμάς τους Έλληνες μας αρέσει να…”, “στο εξωτερικό οι άνθρωποι είναι…”

Οι γενικότητες είναι βλακείες, γιατί σχεδόν ποτέ δεν αφορούν όλους τους ανθρώπους στους οποίους αναφέρονται. Πολλές φορές μάλιστα δεν αφορούν ούτε καν τους περισσότερους, αλλά αυτό δεν εμποδίζει γενικά κανέναν να τις χρησιμοποιεί. Και δεν θα με εμποδίσει λοιπόν κανένας σας να ξεκινήσω με μια εξίσου βλαμμένη γενικότητα.

Όλοι έχουν βρεθεί στην ανάγκη να γράψουν.

Να γράψουν για να εκφραστούν. Για να βγάλουν κάτι από μέσα τους, να επικοινωνήσουν, να φωνάξουν με το τρόπο τους “έι, είμαι κι εγώ εδώ!”.  Ή να αποτυπώσουν τη σκέψη ή το είναι τους κάπου και να υπάρχει για πάντα, είτε το διαβάσει ποτέ κάποιος είτε όχι. Αφού υπάρχει γραμμένο κάπου, τότε έχει συμβεί. Τότε έχω υπάρξει κι εγώ, έχω ζήσει.

Για καθέναν ξεχωριστά από αυτούς τους λόγους ή και για όλους μαζί, όλοι θέλουν να γράψουν. Γι΄ αυτό και μικροί κρατούσαμε ημερολόγιο ή γράφαμε στα λευκώματα.

Και λοιπόν;

Ε να, αυτό είναι το θέμα. Άλλο το ημερολόγιο (ή το διήγημα ή το μυθιστόρημα) και άλλο το μπλοκ. Το ημερολόγιο το γράφεις για σένα, και μπορεί να μη το διαβάσεις ούτε καν εσύ. Το μυθιστόρημα είναι μια ιστορία, και σε όλους αρέσουν οι ιστορίες (να δεις τελικά που θα αρχίσουν να μου αρέσουν οι γενικότητες). Αλλά το μπλοκ; Αυτό είναι άλλο. Το γράφεις για να δημοσιευτεί, και το δημοσιεύεις με την ελπίδα να διαβαστεί. Και όχι μόνο να διαβαστεί, αλλά και να αρέσει.

Και ποιος διάολο να το διαβάσει, και γιατί να του αρέσει; Και για κάτσε δηλαδή: μήπως το έχεις καβαλήσει λίγο, και νομίζεις ότι έχεις κάτι να πεις; ή ένα τρόπο να το πεις, ότι κι αν είναι αυτό το κάτι; Για ξεκαβάλησε σιγά σιγά…

Και από την άλλη, γιατί όχι; Και τι έχει ο άλλος που… Όμως, επειδή μπορεί να τα βρίσκεις εσύ ενδιαφέροντα όσα σκέφτεσαι και θέλεις να τα περάσεις “στο χαρτί”, νομίζεις ότι θα τα βρίσκουν ενδιαφέροντα και οι άλλοι;

Να μη μακρηγορώ, καταλάβατε ποιο είναι το θέμα. Ένα ζοφερό μείγμα αναβλητικότητας και ανασφάλειας είναι αρκετό να σε κρατήσει μακριά από τις επιθυμίες σου, αρκετά επικίνδυνο να σε εμποδίσει να μάθεις που μπορούν αυτές οι τελευταίες να σε οδηγήσουν.

Άι γ@μησου εσύ κι γρύλος σου

Οι παραινέσεις έχουν υπάρξει, αλλά θα υπάρχουν σίγουρα σε όλους. “Κάνε το”. “Γιατί όχι”; “Αφού σου αρέσει, φυσικά και θα το κάνεις!” κτλ κτλ. Αλλά είναι τυπικές, το ξέρεις, είναι αυτές που θα έλεγες κι εσύ στον καθένα, και δεν απαντούν στο εσωτερικό ερώτημα, δεν μετριάζουν την αγωνία. Ώσπου στην εντελώς τυχαία συζήτηση κι εντελώς τυχαία αναφορά, ακούς ένα ωραίο “θέλω να μου στέλνεις ό,τι γράφεις!”, νιώθεις τη (ναι, θα τη πω τη λέξη) λαχτάρα ότι το εννοεί, ότι πράγματι θέλει να το διαβάσει. Ότι ανυπομονεί γι΄ αυτό.

“Θέλω να σε ρωτήσω γιατί”, της απαντάω. “Αλλά όχι τώρα. Αργότερα, αν τελικά γίνει, αφού έχουν γραφτεί πολλά και αφού τα έχεις διαβάσει. Τώρα μπορεί και να μη ξέρεις να μου πεις γιατί, αλλά όταν θα έρθει η ώρα θα σε ρωτήσω. Τότε θα ξέρεις, και ίσως να θέλεις να μου πεις”.

Και όπως και να χει, να μαι. Υποθέτω ότι  θα συνεχίσω να είμαι, να τριγυρίζω κάπου εδώ γύρω. Και με το καιρό να συναντιόμαστε τακτικά και να τα λέμε.

Το θέλω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *