Η Πόλις Εάλω

Η Πόλις Εάλω

Στο έργο του “Χρονική Διήγησης” ο Νικήτας Χωνιάτης περιέχει δύο αξιοσημείωτες περιγραφές. Η πρώτη, και ίσως διασημότερη, αφορά την αποκαθήλωση του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ από το θρόνο, ενώ η δεύτερη τις σκηνές που ακολούθησαν κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Καμία από τις δύο δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα μου, παρ΄ όλα αυτά, αφού ο ειρμός της σκέψης μου ξεκίνησε από αυτές, θα κάνω μια μικρή αναδρομή.

Ο Νέος Αυτοκράτωρ

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, σε αντίθεση με τους Δυτικούς ή άλλων λαών, δεν ήταν βάρβαροι. Δεν δολοφονούσαν τον προηγούμενο αυτοκράτορα για να καταλάβουν τη θέση του. Αυτά ήταν βαρβαρικές συνήθειες που άρμοζαν μόνο σε αλλόθρησκους ή αιρετικούς  και σε καμία περίπτωση δεν ταίριαζε στη φιλευσπλαχνία ενός αληθινού Ρωμαίου Χριστιανού ηγεμόνα. Και εξ΄ άλλου, σχεδόν πάντα ο προκάτοχός τους ήταν κάποιο μέλος της οικογένειάς τους – πατέρας, αδελφός, ανιψιός. Τι άνθρωπος θα μπορούσε να σκοτώσει κάποιο μέλος της οικογένειάς του;

Όποτε ένα μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας έκρινε ότι ήταν ώρα να ανέβει στο θρόνο, τύφλωνε τον νυν αυτοκράτορα, του έκοβε κάποιες φορές τη γλώσσα και τον φυλάκιζε. Εξ΄ άλλου, πως μπορεί να βασιλέψει ένας τυφλός; Η αυτοκρατορία χρειάζονταν άμεσα νέο ηγεμόνα.

Ο Ανδρόνικος ο Α΄ δεν είχε τέτοιες προκαταλήψεις. Ο ξάδελφός του κι αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄και προπάντων η Λατίνα σύζυγός του ήταν μισητοί στο λαό, μετά λοιπόν το θάνατο του αυτοκράτορα η επιστροφή του στη πόλη με τη συνοδεία των μουσουλμάνων μισθοφόρων του έγινε δεχτή από τους κατοίκους της με ενθουσιασμό. Ο θρόνος άνηκε στο δεκάχρονο ανιψιό του Αλέξιο Β΄που τον κρατούσε υπό τη κηδεμονία της Λατίνας βασιλομήτωρ Μαρίας, κι επειδή ο Ανδρόνικος τηρούσε τις παραδόσεις δεν θα μπορούσε να ασκήσει καμία βία στην ουσιαστική Αρχή της πόλης. Αυτοκράτωρ ήταν ακόμη ο μικρός Αλέξιος, κι αφού ο τελευταίος με κάποιο τρόπο πείστηκε ότι θα ήταν καλό να υπογράψει και να διατάξει το στραγγαλισμό της μητέρας του, ο ίδιος ο Ανδρόνικος δεν έφερε καμία ευθύνη.

Οι παραδόσεις είναι για να τις ανατρέπουμε και να προχωράμε μπροστά, έτσι ο δημοφιλής Ανδρόνικος με την έντονη λαϊκή στήριξη αποφάσισε να στραγγαλίσει και τον Αλέξιο και να πάρει ο ίδιος το θρόνο. Αν και από ιστορικής άποψης θα μπορούσαμε να πούμε ότι σε αντίθεση με τους προκατόχους του, έβαλε σε τάξη το βασίλειο, και δη των οικονομικών του, από κάθε άλλη άποψη κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι δεν ήταν θεότρελος. Ο φόβος του ότι το κακό θα τον βρει από τους κοντινούς του ανθρώπους τον οδήγησε στο να εξοντώνει τους κοντινούς του ανθρώπους, και όσοι έμεναν κοντά του ζούσαν με τον φόβο ότι θα έρθει και η δική τους σειρά.

Έκπτωτος

Ο Ισαάκιος ήταν πιστός στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο. Είχε την εύνοιά του, για κάποιο λόγο δεν φοβόταν για τη ζωή του και ήταν ευχαριστημένος με αυτή. Δεν είχε σε καμία περίπτωση βλέψεις προς τον θρόνο, κάτι που ενίσχυε την εμπιστοσύνη του Αυτοκράτορα προς το πρόσωπό του και κατά συνέπεια μεγάλωνε το μίσος της υπόλοιπης αυλής προς αυτόν. Κάποια στιγμή που ο αυτοκράτορας έλειπε από τη πόλη, ένας από τους στρατηγούς του κατηγόρησε – άδικα – τον Ισαάκιο για συνωμοσία. Ο Ισαάκιος τον σκοτώνει για να αποφύγει τη σύλληψη και από εκεί και πέρα γίνεται κάτι που ήταν πέρα από τη φαντασία όσων ζούσαν τα γεγονότα.

Ο Ισαάκιος ήταν γενικά αχρείος. Μέθυσος, άσωτος και γενικά μάλλον ανίκανος να αντεπεξέλθει στους λεπτούς πολιτικούς χειρισμούς που απαιτούσε η παρουσία του οποιουδήποτε σε μια τέτοια δύσκολη αυλή. Έτσι, εξέπληξε τους πάντες όταν, μετά το φόνο του στρατηγού, κατέφυγε στην Αγία Σοφία ως ικέτης και ζήτησε τη κρίση του λαού. Σκίζοντας τα ιμάτιά του για να διατυμπανίσει την αθωότητά του ωρυόταν για το πόσο άδικα του φέρθηκε ο αυτοκράτωρ κατηγορώντας τον για προδοσία, και ο ευσυγκίνητος λαός της Κωνσταντινούπολης ταυτίστηκε τόσο πολύ με το δράμα του που εν μέσω πια λαϊκής εξέγερσης, τον ανακήρυξε αυτοκράτορα.

Όταν ο Ανδρόνικος γύρισε στη πόλη, κατάλαβε ότι το παιχνίδι είχε χαθεί. Προσπάθησε να δραπετεύσει αλλά συνελήφθει, ο Ισαάκιος τον παρέδωσε στο εξεγερμένο πλήθος και στο σημείο αυτό, είναι η πρώτη και πιο διάσημη περιγραφή της Χρονικής Διήγησης του Νικήτα Χωνιάτη.

Ίνα τι κάλαμον συντετριμμένον πρεπικλάτε;

Όχι, δεν θα περιγράψω τα βασανιστήρια από τα οποία πέρασε τον πρώην αυτοκράτορα ο εξαγριωμένος όχλος της πόλης. Το μαρτύριό του κράτησε τρεις συνεχόμενες ημέρες στους δρόμους της ώσπου τη τελευταία, κι αφού η διαπόμπευση ανακηρύχτηκε υπερθέαμα που έπρεπε πια να λάβει χώρα στον Ιππόδρομο  με χιλιάδες λαού να παρακολουθεί από τις εξέδρες, ο Ανδρόνικος κατέληξε μένοντας να ψιθυρίζει μέχρι τις τελευταίες στιγμές το περίφημο “γιατί συνεχίζετε να χτυπάτε ένα ήδη τσακισμένο καλάμι;”

Για την ώρα κρατάμε δύο πράγματα – σε εμένα τουλάχιστον μένουν αυτά τα δύο. Πρώτον, ότι οι λαοί είναι διαχρονικά ίδιοι, αγαπάνε να τιμωρούν αυτούς που οι ίδιοι ανακήρυξαν σωτήρες και απελευθερωτές τους και ο λόγος της μεταστροφής τους δεν έχει σημασία, γιατί η μεταστροφή συμβαίνει πάντα. Γιατί έτσι αγαπάμε. Και το δεύτερο είναι ότι, οι σημερινοί ηγέτες θα πρέπει να νιώθουν πολλοί τυχεροί: η τιμωρία που τους επιφυλάσσεται – για την ώρα – είναι μόνο η καθαίρεση από την εξουσία και με αυτή την έννοια, μάλλον θα πρέπει να νιώθουμε όλοι μας τυχεροί.

Για την ώρα τουλάχιστον. Αλλά πάμε όμως παρακάτω.

Η δεύτερη διάσημη περιγραφή του Χωνιάτη έγινε 19 χρόνια αργότερα και αφορά τις βιαιοπραγίες που ακολούθησαν την Άλωση της Πόλης – σας το είπα στην αρχή όμως του άρθρου αυτό, δεν σας το είπα; Ούτε αυτή τη σκηνή θα περιγράψω όμως, και γιατί είναι πάνω κάτω γνωστή αλλά κυρίως γιατί δεν αφορά το σημερινό μου θέμα. Αν έχετε προσέξει την ημερομηνία του άρθρου, σήμερα είναι η επόμενη των Εθνικών Εκλογών οπότε θέλοντας και μη οι σκέψεις μου πηγάζουν από αυτές. Θα σας πω λοιπόν το θέμα μου, και ίσως πω και που κολλάει και η ΚιμΠαταΤο εικόνα στην αρχή του άρθρου.

Αλλά θα συνεχίσουμε λίγο την ιστορία μας. Δεν ξεκίνησε καθόλου τυχαία το θέμα από εκεί. Και αντί για τη περιγραφή του Χωνιάτη, θα σας μεταφέρω τη περιγραφή μιας σκηνής που συνέβη αμέσως πριν της σκηνής του Χωνιάτη. Η περιγραφή έγινε από την οπτική μεριά των Λατίνων εισβολέων και τη πένα του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου, και είναι αυτή που μου ήρθε το μυαλό βλέποντας εικόνες από τη χτεσινή αλλά και τη σημερινή ημέρα.

Τίνες αλάστορες φθονεροί και αμείλικτοι…

Ο στρατός των σταυροφόρων έχει μόλις μπει στη πόλη. Η μάχη στα τείχη ήταν σύντομη, τα τείχη κατελήφθησαν χωρίς σχεδόν αντίσταση αλλά αυτά τα υπερασπίζονταν μόνο οι κάτοικοι της πόλης. Ο Αλέξιος ο Γ΄, που είχε ήδη τυφλώσει και φυλακίσει τον αδελφό του Ισαάκιο πριν 9 χρόνια, το είχε ήδη σκάσει από τη πόλη μήνες πριν, ο διάδοχός του όμως Αλέξιος Μούτζουρφλος είχε στη διάθεσή του την ολιγάριθμη μεν αλλά πολύ καλά εκπαιδευμένη και δυνατή φρουρά των Βαράγγων. Η οριστική μάχη θα δινόταν στους δαιδαλώδης δρόμους της πόλης.

Ο Γοδεφρείδος περιγράφει πόσο δύσκολες ήταν για τους Λατίνους οι στιγμές κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, την επόμενη της κατάληψης των τειχών. Ήξεραν ότι Έλληνες θα υπερασπίζονταν με νύχια και με δόντια τη πόλη τους και πως οι προσκυνητές, θα πολεμούσαν σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό, σε κάθε πλατεία και σε κάθε σπίτι μέχρι να φτάσουν στη καρδιά της πόλης. Αν ήταν στη θέση των Ελλήνων, θα οργάνωναν το στρατό σε μια γραμμή από την εκκλησία των Αποστόλων ως το χερσαίο νότιο τείχος, θα τους έβαζαν να εφορμήσουν από το λόφο το ξημέρωμα και να ωθήσουν τους σταυροφόρους ως τη θάλασσα, όπως η σκούπα τις κατσαρίδες. Έτσι, όταν με το χάραμα άκουσαν από το ύψωμα τους πρώτους ήχους, ολόκληρη η ομάδα των εκατό ιπποτών που είχε περιπολία στο νότιο τείχος συγκεντρώθηκε με τις ασπίδες σηκωμένες και τα δόρατα προτεταμένα.

Οι σταυροφόροι δεν ήξεραν ότι και ο Μούρζουφλος το είχε σκάσει από τη πόλη. Όταν λοιπόν, αντί για στρατό οπλισμένο με λόγχες κι ασπίδες, αντίκρισαν τους κατοίκους να κρατούν σταυρούς και εικόνες και μπροστά τους να βρίσκονται ως εμπροσθοφυλακή όλοι οι ιερωμένοι της πόλης ψέλνοντας και θυμιατίζοντας, απλά τα χασαν.

Η εικόνα που έχει μεταφερθεί έως τις μέρες μας είναι ότι αρχικά και αμέσως μετά τη παύση των ψαλμωδιών, το μόνο που ακούγονταν ήταν η πομπώδης φωνή του επικεφαλής των Ελλήνων που παρέδιδε την πόλη. Ώσπου κάποια στιγμή ακούστηκε μια δυνατή φωνή από τη πλευρά των Ιπποτών: η πόλη παραδόθηκε, η πόλη μας ανήκει! Τη φωνή τη διαδέχτηκε ένας αλαλαγμός, κάποιος σπιρούνισε το άλογό του και αμέσως μετά, όλοι οι ιππότες χωρίς καν να προλάβουν οι επικεφαλής τους να αντιδράσουν, ξεκίνησαν με αλαλαγμούς και ιαχές την εξόρμηση.

Η πομπή των Ελλήνων διασκορπίστηκε, όλοι άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν. Η άλωση μόλις είχε αρχίσει.

Εκλογές 2019

Βλέποντας τα πρόσωπα των νικητών – πολιτικών καλεσμένων στα τηλεοπτικά κανάλια το βράδυ των εκλογών, μου ήρθε αυτόματα η παραπάνω σκηνή. Οι ιαχές και οι πολεμικές σάλπιγγες έλειπαν, αλλά βλέποντάς τους μπορούσες άνετα να συμπληρώσεις την εικόνα: η επερχόμενη άλωση εξ΄ άλλου είναι μπροστά. Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να κάνει το παραλληλισμό και να πει ότι αυτοί είναι οι σταυροφόροι προσκυνητές και πως εμείς, οι Έλληνες πολίτες, είμαστε τα θύματα που δεχόμενοι την ήττα μας, εκλιπαρούμε για το έλεος επιδιώκοντας την μετρίαση της καταστροφής. Θα ήθελα να είναι έτσι, θα ήταν ωραία.

Αλλά κάποιες φορές, μου φαίνεται πως εμείς είμαστε ο όχλος που τιμώρησε τον Αδρόνικο, και πως αυτοί δεν είναι παρά ο Ισαάκιος ή ο αδελφός του ο Αλέξιος που τους ανακηρύξαμε με τιμές. Και πως οι τελευταίοι είναι αυτοί που καλούνται να ετοιμάσουν τη πόλη να περιμένει την επέλαση των σταυροφόρων.

Και κάποιες άλλες στιγμές μας βλέπω να είμαστε σε εντελώς άλλο τόπο και χρόνο, έτοιμοι να  αντιμετωπίσουμε τον εχθρό και να τον τιμωρήσουμε. Και πως το κάναμε, γυρνώντας το κλειδί και πατώντας το κόκκινο κουμπί.

Αλλά ποιος ξέρει. Μπορεί τελικά να είμαστε εμείς οι σταυροφόροι προσκυνητές. Που θα εισβάλουμε στο παλάτι των Βλαχερνών και θα πετάξουμε στη θάλασσα τους ελεεινούς, άθλιους και διεφθαρμένους άρχοντες και βασιλείς. Κουφάλες, δεν ξοφλήσαμε!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *