Επιτέλους, διακοπές! (το πρώτο μπάνιο)

Επιτέλους, διακοπές! (το πρώτο μπάνιο)

Η ιδανική παραλία για τις διακοπές

Βαθιά προς το κέντρο του γαλαξία, εκεί που τα αστέρια πυκνώνουν και ο νυκτερινός ουρανός είναι φωτεινότερος, γύρω από ένα διπλό πολυσύχναστο σύστημα αστέρων, περιστρέφεται νωχελικά ένας πλανήτης. Ο πλανήτης κάνει μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του κάθε 26,4 ώρες, και από μια όχι σπάνια ιδιομορφία της φύσης, λόγω ακριβώς του διπλού αστρικού συστήματος που περιβάλει, η μέρα στο πλανήτη αυτό διαρκεί περίπου 68 ώρες ενώ η νύκτα ποικίλει, από μια έως 2,5 ώρες. Οι επισκέπτες του έχουν τη σπάνια χαρά να θαυμάσουν ένα ηλιοβασίλεμα με ταυτόχρονη ανατολή του ηλίου κάθε τρεις ημέρες, αλλά αυτός δεν είναι ο σημαντικότερος λόγος που έχει κάνει τον πλανήτη ξακουστό σε κάθε πολιτισμένη γωνιά του γαλαξία.

Ο πλανήτης αυτός αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από νερό, με πολλές μικρές λωρίδες στεριάς μήκους από μερικές εκατοντάδες μέτρα έως λίγες δεκάδες χιλιόμετρα να στολίζουν τη γαλάζια επιφάνειά του, δίνοντας στον πλανήτη δύο αξιοσημείωτες ιδιότητες. Η πρώτη, είναι ότι διαθέτει τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στο γαλαξία: ολόκληρος ο πλανήτης, στην ουσία, είναι μια τεράστια παραλία.

Λόγω της υγρής φύσης του και της ομαλής περιστροφής του γύρω από τα δύο αστέρια, στρώματα υδρατμών εξατμίζονται διαρκώς προς την ατμόσφαιρά του δίνοντας την δεύτερη αξιοσημείωτη ιδιότητά του. Ο πλανήτης είναι σκεπασμένος τις περισσότερες ώρες της ημέρας από ένα απαλό, αραιό στρώμα νεφών, τα οποία αφήνουν μεν να διαπερνά ένα σημαντικό μέρος της ηλιακής ενέργειας μέχρι το έδαφός της, απορροφούν δε το μεγαλύτερο μέρος της βλαβερής ακτινοβολίας που διαφορετικά θα έλουζαν την επιφάνειά του οι δύο ήλιοι.

Ως τελικό αποτέλεσμα, οι επισκέπτες του πλανήτη αυτού απολαμβάνουν μια σχετικά σταθερή θερμοκρασία που κυμαίνεται από 29 έως 33° Κελσίου, κάτω από μια σχεδόν συνεχή απαλή σκιά που αφήνει όμως να διαπερνούν στον ιδανικό βαθμό οι ωφέλιμες ηλιακές ακτίνες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που ο πλανήτης αυτός αποτελεί τον ιδανικό τόπο διακοπών για τις περισσότερες φυλές του γαλαξία.

Έτσι, είναι πραγματικά κρίμα που στο πλανήτη Γη δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί τα διαστρικά ταξίδια, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί του στο πρώτο τους μπάνιο να είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν 40+ βαθμούς Κελσίου κάτω από έναν ανελέητο ήλιο που δεν συγχωρεί.

 

Επιτέλους, διακοπές!

Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο όπου οι αξίες αλλάζουν και το σωστό και το λάθος αγωνιούν διαρκώς να βρουν τη θέση τους, υπάρχει μια κοινή αντίληψη που διαπερνά όλη την ανθρωπότητα, σε βαθμό μάλιστα που θα μπορούσε να είναι η κοινή βάση συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων:

Σε όλους αρέσουν οι διακοπές.

Οι διακοπές είναι ωραίες. Δεν θα βρεις σε καμία γλώσσα του κόσμου τη φράση “άσχημο σαν διακοπές”, επειδή οι διακοπές δεν είναι άσχημες. Δουλειά κ΄ άγχος τέλος, γαλανός ουρανός, απαλό δροσερό αεράκι, ήσυχη παραλία και καταγάλανα νερά, μη με βάλετε τώρα να σας πω όλους τους μαγευτικούς συνειρμούς που φέρνει στο καθένα το άκουσμα και μόνο της λέξης “διακοπές”! Κι αφού δουλειά τέλος, ήρθε η ώρα να καταστρώσουμε το σχέδιο για τη πρώτη εξόρμηση προς την ιδανική παραλία.

Το σχέδιο είναι απλό. Κατ΄ αρχάς, πρέπει να βρεθεί ο ιδανικός προορισμός, κάτι που ήδη υπάρχει. Πρόκειται για μια μαγευτική παραλία, μόλις 120 χιλιόμετρα μακριά από εδώ, η οποία βρίσκεται σε μια μικρή παραθεριστική πόλη, ξεκινάει μέσα από αυτή, βρίσκεται σε όλο το μήκος της κι εκτείνεται δύο με τρία χιλιόμετρα έξω από τη μια άκρη της πόλης. Δεν θα τον έλεγες ακριβώς παρθένο προορισμό αλλά στη καλύτερη περίπτωση ήσυχο: το μέρος μέσα στη μικρή πόλη είχε πάντα κάποιες παρέες εδώ κι εκεί ενώ έξω από αυτή, εκεί που η λεπτή αμμουδιά έδινε τη θέση της στο παχύτερο χαλίκι, θα ήταν ζήτημα αν θα έβρισκες κάποιον ερημίτη να κολυμπά στα καταγάλανα νερά της.

Τα εφόδια ήταν έτοιμα. Καφές για το δρόμο και τη παραλία, νερά, πετσέτες, καρέκλα, δύο παρακαλώ ομπρέλες, φόρτωμα στο αυτοκίνητο και λίγο μετά το ξημέρωμα ξεκινάμε!

 

Σημασία δεν έχει μόνο το ταξίδι, αλλά ο προορισμός

Η ιδέα ήταν σίγουρα καλή, αλλά όπως φαίνεται καθόλου πρωτότυπη. Να, αυτό γίνεται συνεχώς στην Ελλάδα. Βρίσκεις ένα καλό μέρος, και μετά από λίγο το γνωρίζουν όλοι, σα να είναι συνεννοημένοι μετά από μυστικές μαζικές διαβουλεύσεις του στυλ “μάθατε που θα πάει;” “ναι, στο…” “ΟΛΟΙ ΣΤΟ…, ΦΥΓΑΜΕ!”

Τέσσερις ώρες και 34 ακριβώς λεπτά αφού ξεκίνησα, βρισκόμουν στην είσοδο της πόλης. Διακοπές είμαστε, πρώτη εξόρμηση, πρώτο μπάνιο, σιγά που θα μας πτοήσει η κίνηση. Ένα αυτοκίνητο να χαλάσει, κάποια έργα στους δρόμους, μια νταλίκα, κάτι και οι δρόμοι μπλοκάρουν. Ε ναι φίλε, δικοί σου είναι οι δρόμοι, δεν έχει δικαίωμα να βρίσκεται και άλλος σε αυτόν την ώρα που περνάς;  Δεν σημαίνει ότι όλοι πηγαίνουν εκεί που πηγαίνω κι εγώ. Εξ΄ άλλου η παραλία είναι τεράστια, σχεδόν παρθένα, όλοι οι καλοί χωράνε, καμιά φορά ακόμη και οι όχι τόσο καλοί, κι εκτός από το κομμάτι της μέσα στη πόλη υπήρχε και το έξω από αυτή, που γενικά δεν πήγαινε ποτέ κανένας. Η μέρα, παρά τις πρώτες αρχικές δυσκολίες, προμηνυόταν συναρπαστική.

Δεν είναι ποτέ κακό να υπάρχει μια εύκολη πρόσβαση σε ένα περίπτερο, ένα φούρνο ή κάτι, έτσι αποφάσισα να στοχεύσω προς το κομμάτι της παραλίας που ήταν μέσα στη μικρή, παραθεριστική και σχετικά απομονωμένη πόλη. Σαρανταπέντε λεπτά αργότερα είχα παρκάρει, σε απόσταση μάλιστα μόλις 25 λεπτών από τη παραλία, έτσι φορτώθηκα τσάντα, καρέκλα και ομπρέλες και με τη φράση “τα καλά κόποις κτώνται” στο μυαλό ξεκίνησα να κατακτήσω τις χρυσές κι ερημικές ακρογιαλιές της δικής μου Ιθάκης. Σα να ήθελε να κάνει το σύμπαν την ανταμοιβή μου μεγαλύτερη, ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά, όσο ακριβώς καυτός θα περίμενε κάποιος να είναι τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου και με τον ιδρώτα που έσταζε από πάνω μου να έχει αφήσει μια παχιά λουρίδα πίσω μου σε όλη τη διαδρομή από το αυτοκίνητο, ώστε να το βρω εύκολα στο γυρισμό, έφτασα στα τελευταία σπίτια πριν τη παραλία.

Περίπτερο. Στάση. Ένα παγωμένο νερό θα ήταν απαραίτητο για τον καφέ. Άδειασμα από ομπρέλες, καρέκλα, τσάντα. Ψυγείο. Πόρτα, παγωμένο νερό, κλείσιμο πόρτας, νερό στο ένα χέρι, τσαντάκι για το πορτοφόλι με το άλλο.

Πορτοφόλι. Τσαντάκι. Δεν υπάρχει τσαντάκι, γιατί δεν υπάρχει τσαντάκι; Όλοι έχουν τσαντάκια, που είναι το τσαντάκι; Μετά από λίγη σκέψη θυμήθηκα ότι με αυτή τη ζέστη ενοχλούσε στη μέση, έτσι το έβγαλα στο αυτοκίνητο όταν οδηγούσα. Το τσαντάκι είναι στο αυτοκίνητο.

Πενηνταπέντε λεπτά αργότερα, το μπουκάλι με το παγωμένο νερό είχε πληρωθεί και είχε βρει τη θέση του στη τσάντα με τις πετσέτες, τους καφέδες και όλα τα απαραίτητα. Ένα ακόμη φόρτωμα και δρόμο για τη παρθένα παραλία!

 

Όλοι οι καλοί χωράνε

Εντάξει κύριε εξυπνάκια! Ναι, σε σένα λέω, τον “το ήξερα ότι η παραλία θα είναι γεμάτη”! Τα ξέρετε όλα όταν κάθεστε στην ησυχία σας και διαβάζετε και μπορείτε να κάνετε τους έξυπνους όσο θέλετε, αλλά σε κάποιους από εμάς μας αρέσει να κρατάμε τις ρομαντικές αναμνήσεις από το παρελθόν μας και να θέλουμε τα πράγματα να μένουν όπως τα ξέραμε, σας πειράζει;

Ναι, οκ. Η παραλία ήταν γεμάτη. Σε όλο το μήκος και το καθόλου ευκαταφρόνητο πλάτος της έβλεπες ανθρώπους, ομπρέλες, ξαπλώστρες και πετσέτες, και που και που – αν πήγαινες αρκετά κοντά – λίγη άμμο. Και δεν ήταν μόνο αυτό: η από εδώ μεριά του δρόμου σε όλο το μήκος της παραλίας ήταν γεμάτη μαγαζιά, με το καθένα από αυτά να διεκδικεί το χώρο του στη παραλία γεμίζοντάς τον ξαπλώστρες και ομπρέλες, αφήνοντας ελάχιστο ή καθόλου χώρο για να στήσει ένας φιλήσυχος κι ανεξάρτητος πολίτης τη δική του ομπρέλα.

Όχι φίλε, δεν θα το δεχτώ αυτό! Δεν είναι δική σας η παραλία, η παραλία είναι δημόσιο αγαθό και ανήκει σε όλους, δεν έχετε δικαίωμα να…! – και για να μη σας ζαλίζω, η συνέχεια είναι γνωστή.

Τσάντα. Καρέκλα, ομπρέλες. Η ώρα είναι δύο το μεσημέρι, αλλά ακριβώς η φριχτή αυτή ζέστη θα κάνει την απόλαυση κάτω από τις ομπρέλες ακόμη μεγαλύτερη. Θα προχωρήσω κατά μήκος της παραλίας και αν χρειαστεί θα βγω έξω από τη πόλη, αφήνοντας πίσω τα μαγαζιά και τις σεζλόνγκ οδεύοντας πως ένα ήσυχο, παραδοσιακό και ειδυλλιακό τόπο μακριά από τη πολυκοσμία και τον βόμβο.

 

Σημασία (τελικά) έχει το ταξίδι

Όταν ήμουν μικρός είχα ένα ατύχημα. Λένε ότι δεν ήταν σοβαρό και πως η επέμβαση ήταν ανάξια λόγου, εμένα δεν μου βγαίνει από το μυαλό όμως ότι μέσα από τις ραφές οι γιατροί εμφύτευσαν ένα ειδικό, πειραματικό υλικό το οποίο είχε τη παρενέργεια να ελκύει κάποια συγκεκριμένα πολυμερή πλαστικά ακριβώς όπως ελκύει ο μαγνήτης τα μέταλλα ή η ελεύθερη 40-άρα τους μαλ…ες. Όσοι γνωρίζουν το περιστατικό λένε ότι λέω βλακείες, αλλά υπάρχει ένα γεγονός που συνεχώς επιβεβαιώνει την άποψή μου, άρα θα αμφιβάλω για τη σιγουριά τους. Το γεγονός αυτό είναι πως, κάθε μα κάθε φορά που κάποιοι παίζουν ρακέτες στη παραλία και παρά τη διαβεβαίωσή τους ότι δεν σημαδεύουν εμένα, όλα τα μπαλάκια θα μου έρθουν το κεφάλι.

Τριανταπέντε λεπτά αργότερα και αφού η πόλη και τα καταστήματα είχαν προ πολλού προσπεραστεί, η παραλία συνέχιζε να έχει κόσμο, ξαπλώστρες και ομπρέλες, ενώ η αμμουδιά είχε ήδη δώσει τη θέση της σε παχύ βότσαλο. Δεν καταλάβαινα πως λειτουργούσε το όλο θέμα, αν κι έκανα περισσότερες από μια φορές στάση για να το παρατηρήσω. Υπήρχαν οι ξαπλώστρες, χωρίς να φαίνεται να υπάρχει σε ορατή απόσταση κάποιο κατάστημα να το στηρίζει. Υπήρχε κόσμος που ερχόταν. Κατέβαινε στη παραλία (σε όλο το μήκος της υπήρχε πεζούλι με σκάλες που το διαχώριζε από το οδόστρωμα), έβρισκε μια ελεύθερη ομπρέλα και άφηνε τα πράγματά του στις ξαπλώστρες, ανάμεσα στο πλήθος άλλου κόσμου που κειτόταν στις άλλες ξαπλώστρες σε κατάσταση που αν άγγιζες κάποιον θα έσπαγε. Και αυτόματα, από το πουθενά, σα να έβγαινε μέσα από το χαλίκι, εμφανιζόταν ντυμένη αεράτα με το σορτσάκι, το τσαντάκι μέσης και το πάνω μέρος του μαγιού η “γεια σας, τι να σας φέρω;”

Και για να μη λέτε ότι έκανα ελλειπή παρατήρηση, την έβλεπα μετά τη παραγγελία να πηγαίνει προς τα πίσω, ανάμεσα στις άλλες ξαπλώστρες, να εξαφανίζεται και λίγα λεπτά αργότερα να εμφανίζεται με το δίσκο και τα πλαστικά ποτήρια με τα νερά, τους καφέδες, τα παγωτά, τις βάφλες και το δίσκο με τη γουρνοπούλα. Και αφού τα άφηνε και πληρωνόταν, εξαφανιζόταν πάλι για να εμφανιστεί μόνο μετά την άφιξη νέων θαμώνων.

Αλλά δεν άφησα το γεγονός να με απασχολήσει για πολύ ακόμη. Παρά τη συνεχή παρουσία των ζωνών με τις οργανωμένες ξαπλώστρες, άρχιζε πια να εμφανίζεται επαρκής χώρος για να στήσω το δικό μου παράδεισο με τις ομπρέλες.

Σας είπα γιατί δύο ομπρέλες; δεν σας είπα αλλά ούτε θα σας πω ακόμη. Υπήρχε κάτι άλλο σημαντικό που έπρεπε να ελεχθεί, πριν βρεθεί ο κατάλληλος χώρος γι΄ αυτές.

Έπρεπε να λυθεί το θέμα με τις ρακέτες.

 

Τοκ, τοκ, τοκ, τοκ…!

Δεν μπορείς να απολαύσεις παραλία όταν παίζουν ρακέτες. Μπορείς να ανεχθείς τη “Γιάννη το παιδί, πρόσεχε περπατάει! -Σιγά ρε Κική, περπατάει τι θα πάθει;”, τον “μπαμπά θα πάρουμε ποδήλατο, έλα μπαμπά θα πάρουμε, γιατί δεν παίρνουμε;”, μπορεί να μη σε νοιάζει ή και να απολαύσεις την “μαμά κοίτα, κοίτα μαμά κοίτα, μαμά μαμά, κοίτα μαμά μαμάααα! κοίτα!” και αν δεν σου κάνει κέφι θα κλείσεις τα αυτιά και δεν θα ακούς τους “α εγώ, εμένα δεν μου αρέσει να…! -Όχι εγώ, με τίποτα, αφού μια φορά… -Α δεν ξέρω εσείς, εγώ όμως εμένα εγώ εγώ…” και πάει λέγοντας.

Αλλά σε καμία περίπτωση, με τίποτα, ποτέ όμως, δεν μπορείς να κάτσεις αν παίζουν ρακέτες.

Οι ρακέτες είναι ύπουλες. Όχι. Οι ρακέτες δεν είναι ύπουλες, αυτοί που παίζουν ρακέτες όμως είναι.  Ή ούτε κι αυτοί ακριβώς είναι ύπουλοι, το όλο θέμα όμως είναι εντελώς ύπουλο. Νομίζεις ότι η παραλία είναι ήσυχη, ότι όλα είναι εντάξει, και με το που απλώνεις τη πετσέτα βρίσκονται ακριβώς από πίσω σου οι δύο τύποι και παίζουν, σα να ήταν εκεί από πάντα κι εσύ να διακτινίστηκες ανάμεσά τους. Και από όλα τα κεφάλια της παραλίας, όσα και να υπάρχουν σε οποιαδήποτε απόσταση, όπως σας έχω εξηγήσει και πριν, το μπαλάκι προσγειώνεται πάντα σε ένα.

Δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη.

Είμαι ακόμη στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στο δρόμο και στο σκαλάκι που οδηγεί στη παραλία. Ξεφορτώνω. Ομπρέλες, καρέκλα, τσάντα. Κοιτάζω μπροστά και δεξιά, προς την άκρη της παραλίας. Όλα εντάξει, μέχρι βάθος του ορίζοντα δεν παίζει κανείς ρακέτες. Κοιτάζω τη παραλία ακριβώς μπροστά μου. Τίποτα. Κοιτάζω πίσω μου, στο δρόμο που ήρθα. Εκτός από μια ανεξήγητη υγρή ζώνη κατά μήκος της διαδρομής που μόλις είχα πάρει, καμία κίνηση από ρακέτες, κανένας ήχος.

Τσάντα, ομπρέλες, καρέκλα επ΄ ώμου. Άκρη πεζοδρομίου και κατεβαίνω τα σκαλάκια. Πρώτο σκαλί, δεύτερο σκαλί. Δεξιά, αριστερά, μπροστά, όλα εντάξει.

Απλώνω πόδι και ακουμπάω χαλίκι. Δύο παρέες στα δεξιά, μια ακριβώς μπροστά μου και μια στο βάθος αριστερά παίζουν ρακέτες.

Σηκώνω πόδι, ανεβαίνω σκαλάκια, βρίσκομαι πεζοδρόμιο. Γυρίζω προς τη παραλία, όλα εντάξει πάλι, δεν παίζει κανείς. Αλλά δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη.

Είκοσι ακόμη λεπτά περπάτημα και ήμουν σχεδόν στην άκρη της παραλίας. Αριστερά υπήρχε η τελευταία ζώνη με τις οργανωμένες ξαπλώστρες, απ΄ όπου στις κατάλληλες στιγμές εμφανίζονταν από το πουθενά η κοπέλα με το σορτσάκι, το μαγιώ και το δίσκο με τα ποτήρια (κάποιος που θα είχε παρανοήσει θα έλεγε ότι σε όλες τις ξαπλώστρες έξω από τη πόλη ήταν η ίδια, αλλά εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς). Μπροστά μου και δεξιά υπήρχε άπλετος χώρος για το δικό μου πολεοδομικό πόνημα με τις ομπρέλες και τη καρέκλα, ενώ ρακέτες πουθενά.

Ένα απαλό αεράκι, που όλο και δυνάμωνε για να απλώσει τη δροσιά του στους λουόμενους, άρχισε να φυσά την ώρα ακριβώς που ξεφόρτωσα τα πράγματά μου. Μόνο ένα καχύποπτα διεστραμμένο μυαλό θα  χαρακτήριζε κάτι τέτοιο ανησυχητικό.

 

(συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *