Επιτέλους, διακοπές! (η ομπρέλα)

Επιτέλους, διακοπές! (η ομπρέλα)

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Είναι ωραίο το αεράκι στη παραλία. Σε αγγίζει και νιώθεις την ατρικύμιστη ανάσα των απαλών ανέμων, το ακούς και ακούς την ανθισμένη άνοιξη να πλησιάζει (Αλκαίος ο Λέσβιος Μουστάκια, σε έφαγα). Δεν είναι πρόβλημα το αεράκι στη παραλία. Εκτός κι αν πρέπει να στήσεις ομπρέλα.

Δεξιά βρίσκονταν τα πράγματα μιας παρέας εφήβων που πλατσούριζαν στα ρηχά γεμίζοντας ήχους και χαρά τη παραλία. Μπροστά κι αριστερά δύο κοπέλες όχι πάνω από τα 30 ξεροψηνόταν κάτω από το καυτό ήλιο. Λογικά σε λίγο θα έρχονταν κάποιοι να τις γυρίσουν να πάρουν και από την άλλη μεριά, γιατί από πάνω είχαν ήδη αρπάξει.

Αριστερά ήταν οι οργανωμένες ξαπλώστρες, χωρίς, κατά τα γνωστά, να υπάρχει κάποιο κατάστημα εκεί κοντά να υποστηρίζει το όλο σύστημα. Ένα ζευγάρι μόλις είχε καταλάβει δύο από τις ξαπλώστρες, και από το πουθενά εμφανίστηκε η κοπελίτσα με τα παγωμένα νερά. Μα που τα βρίσκει τα νερά; πως είναι πάντα παγωμένα αυτά τα νερά; Στις υπόλοιπες ξαπλώστρες κείτονταν σε διάφορες στάσεις εντελώς ακίνητοι οι θαμώνες, με τα μόνα σημεία του σώματός τους που βρίσκονταν σε διαρκή κίνηση να είναι τα δάχτυλα των χεριών τους. Και πίσω από εμένα καθισμένος σε μια καρέκλα κι έχοντας ένα μεγάλο πλατύγυρο καπέλο να τον προστατεύει από τον ήλιο, ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος.

Απλώνω τα πράγματά μου στη παραλία και ξεκίνησα τη τοποθέτηση της ομπρέλας, η οποία με τη δροσερή σκιά της θα απάλυνε τη λαύρα του καλοκαιριού (δικό μου, Μουστάκια). Ο αέρας, όλο και δυνάμωνε.

 

Επιχείρηση Ομπρέλα

Πρώτα λίγο νερό. Τα ζήλεψα τα παγωμένα νερά της κοπελίτσας, έτσι άνοιξα το σάκο κι έβγαλα το παγωμένο νεράκι που είχα αγοράσει πριν λίγο. Ανοίγω το πώμα και πίνω μια γουλιά.

Κοιτάξτε. Δεν θα μπορούσε να βράσει αυγό κάποιος με το νερό σε αυτή τη θερμοκρασία. Όχι, το νερό δεν ήταν κατάλληλο για κάτι τέτοιο, για ένα καυτό καφέ όμως θα το συζητούσαμε. Φτύνω το νερό, κλείνω το πώμα και στρώνομαι στη δουλειά. Άνοιγμα της κατάλληλης λακούβας, κάρφωμα του πασσάλου, κλείσιμο της τρύπας. Πρώτα με χοντρές πέτρες, μετά με χαλίκι και τέλος με όση μαλακή άμμο μπορούσε να βρεθεί. Τέχνη, όχι αστεία. Όλα έτοιμα. Ανοίγω την ομπρέλα για να τη τοποθετήσω στο πάσσαλο, ο αέρας τη σηκώνει μαζί με εμένα και την ανοίγει ανάποδα.

Κλείνω την ομπρέλα.

Ο ηλικιωμένος κύριος με παρατηρούσε τόση ώρα βλοσυρός, κάτω από το πλατύγυρο καπέλο του. Τον κοίταξα. Συνέχισε να με κοιτάζει. Του χαμογέλασα. Δεν μου χαμογέλασε, και συνέχιζε να κοιτάζει βλοσυρός. Και πάνω που ένιωθα ότι κοιταζόμασταν αρκετή ώρα ώστε να πρέπει να πω κάτι, είπε:

– Δεν πρόκειται να μείνει στη θέση της με τέτοιο αέρα.

Όχι, αυτό δεν μου χρειαζόταν. Εγώ είμαι ειδικός στις ομπρέλες, δεν πρόκειται να με πτοήσει ένα τιποτένιο αεράκι. Έχω στήσει σε χειρότερες συνθήκες κύριε, κι έχουν μείνει στη θέση τους τέντες, ομπρέλες και σκηνές, με τον άνεμο να λυσσομανά γύρω τους κι εκείνες να στέκονται αγέρωχες σαν τους πέτρινους πύργους, δεν θα μου πεις εσύ ότι…! Κι εκεί που ετοιμαζόμουν να του απαντήσω, συνέχισε:

– Εσείς οι νέοι δεν ξέρετε τι θέλετε.

 

Βουνό ή παραλία;

Για μια στιγμή το μυαλό μου μπλέχτηκε σαν τα νύχια του γατιού στο κουβάρι. Δεν βρήκα πως κάτι τέτοιο ταίριαζε στην όποια συζήτηση, αλλά ο ηλικιωμένος κύριος δεν φάνηκε να πτοείται:

– Τα κάνετε όλα ανάποδα, συνέχισε. Το χειμώνα που οι σώφρονες κατεβαίνουν από τα βουνά και βρίσκουν προστασία στα χαμηλότερα, εσείς πηγαίνετε διακοπές στα βουνά. Αποκλείεστε από τα χιόνια και μετά παραπονιέστε που δεν σας ανοίξαν τους δρόμους για να φύγετε. Και το καλοκαίρι που στις παραλίες βράζει ο τόπος, μαζεύεστε όλοι εδώ αντί να απολαύσετε τη δροσιά του βουνού.

Και μετά παύση. Όταν έγινε αρκούντως ενοχλητική ώστε να νιώθω ότι έπρεπε να απαντήσω, συνέχισε:

– Το βουνό είναι το κατάλληλο μέρος για να περάσει κάποιος το καλοκαίρι του. Εμένα που με βλέπεις έχω αγοράσει σπίτι στο βουνό, και μόλις φύγω από εδώ που με έμπλεξε η νύφη να της φυλάω το εγγόνι θα φύγω τρέχοντας και ούτε θα γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου. Θες ζέστη; κάθεσαι στη λιακάδα. Θες δροσιά; βρίσκεις απλά μια σκιά, και φοράς τη ζακέτα σου. Αν όμως θες να σου παίρνει ο αέρας την ομπρέλα, βρίσκεσαι στο κατάλληλο μέρος.
– Εγώ θα τη στήσω, του είπα πεισμωμένα.
– Να κάνεις ό,τι θέλεις, μου απάντησε. Και συμπλήρωσε: δεν πρόκειται όμως.

Αυτό, ήταν μια πρόκληση που δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη. Θα κατέφευγα στα μεγάλα μέσα. Άνοιξα το σάκο κι έβγαλα τα σκοινιά.

 

Φύσα αεράκι φύσα με!

Όση ώρα μου μιλούσε, είχα ήδη ανοίξει και τη δεύτερη τρύπα για τη δεύτερη ομπρέλα. Δεν σας το είπα αυτό, αλλά δεν σας λέω και όλες τις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα κάποια στιγμή κοίταξα τις ξαπλώστρες δίπλα. Οι λουόμενοι εξακολουθούσαν να είναι εντελώς ακίνητοι, είχαν όμως αλλάξει όλοι στάση και φαίνονταν σα παγωμένο καρέ από ταινία. Ο Νταβίντσι θα έσκαγε από τη ζήλια του αν τους έβλεπε. Τα δάχτυλά τους όμως, εξακολουθούσαν να κινούνται ανελλιπώς. Δύο ξαπλώστρες άδειασαν και γέμισαν, και η χαμογελαστή κοπελίτσα διακτινίστηκε δίπλα τους με ένα δίσκο με παγωμένα νερά. Δεν υπήρχε ούτε πουφ, ούτε σύννεφο καπνού, απλά ήταν εκεί.

Είδατε; λεπτομέρειες, δεν χρειάζεται να σας τις λέω όλες. Εξ΄ άλλου ήμουν απασχολημένος πια για να προσέχω το οτιδήποτε. Είχα βγάλει τα σκοινιά κι εφάρμοζα τη πολεοδομική μου τακτική.

Δείτε πως δουλεύει. Πρώτα βρίσκεις τρεις μεγάλες πέτρες. Τις τυλίγεις με τα σκοινιά και τις χώνεις βαθιά στο έδαφος. Περνάς το ένα σκοινί από τρεις μπανέλες της ομπρέλας. Συνεχίζεις δένοντάς το στη κορυφή της και το περνάς στη κορυφή της 2ης ομπρέλας. Περνάς το υπόλοιπο σκοινί στις τρεις αντικριστές μπανέλες της 2ης, και το δένεις και αυτό σε μια 4η πέτρα που τη χώνεις στο έδαφος. Τα άλλα δύο σκοινιά τα δένεις στη κορυφή της κάθε ομπρέλας, από τη μεριά που έρχεται ο αέρας.

Τέλειο! Η κατασκευή είναι έτοιμη και δεν τη κουνάνε ούτε τα μποφόρ. Και σα να παραδέχτηκε αυτόματα ο αέρας την ήττα του, σταμάτησε να φυσάει.

Απλώνω τη πετσέτα κάτω από τις ομπρέλες και κάθομαι. Επιτέλους, ήρθε η ώρα της απόλαυσης, της πληρωμής των κόπων! Και πάνω απ΄ όλα, ήρθε η ώρα για ένα καφέ.

 

Οργανωμένες

Γυρίζω προς το σάκο να ετοιμάσω το καφέ. Σα να βρήκε τη στιγμή όπου με έπιασε στον ύπνο, μια δυνατή ριπή αέρα χτύπησε το πρόσωπό μου. Πρώτα γύρισε τη μια ομπρέλα ανάποδα. Έπειτα έσπασε τις μπανέλες από τη 2η και τέλος ξέθαψε τις πέτρες με τα σκοινιά που τις κρατούσαν. Μόλις και πρόλαβα να μη τις πάρει ο αέρας και να τις κλείσω.

Ο κυρ Μιχάλης συνέχιζε να κοιτάζει βλοσυρά.

– Καμία συμβουλή; τον ρωτάω.
– Ναι, απαντάει. Να πάρεις σπίτι στο βουνό.

 

Ακριβώς λίγο πριν αρχίσουν να καρβουνιάζουν, εμφανίστηκαν δύο άνθρωποι και γύρισαν τις κοπέλες μπροστά αριστερά. Τώρα μάλιστα, θα πετύχαιναν το τέλειο ψήσιμο. Δεξιά, οι έφηβοι συνέχιζαν να πλατσουρίζουν και να μιλάνε ασταμάτητα. Ακριβώς πίσω μου δύο από αυτούς, ανάμεσα σε εμένα και τον κυρ Μιχάλη, έπαιζαν ρακέτες.

Αριστερά στις ξαπλώστρες, μόλις είχε αδειάσει ο χώρος κάτω από μια ομπρέλα. Αν κάτσεις εκεί έρχεται μια κοπελίτσα με σορτσάκι, ένα τσαντάκι μέσης και το πάνω μέρος του μαγιώ και σου φέρνει παγωμένο νερό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *