Μαύρος Καθρέφτης

Μαύρος Καθρέφτης

Όταν διάβασα για πρώτη φορά τον Πουπουλένιο, θυμάμαι πως η πρώτη μου σκέψη ήταν πως επρόκειτο για το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που ένα βιβλίο είχε να πει κάτι διαφορετικό, κάτι όχι διαχρονικό που ίσως λένε πολλά βιβλία, αλλά κάτι σύγχρονο. Με είχαν εντυπωσιάσει τα ερωτήματα που έθετε σε διλήμματα του τύπου “τι θα έκανες αν…”, “θα μπορούσες, θα δεχόσουν να…”, “κι αν γνώριζες τι θα γίνει;” των οποίων οι απαντήσεις δεν αποτελούσαν παρά τροφή για σκέψη για τον αναγνώστη.

Αν υπερβούμε το ίδιο το θέμα κι ερωτήματα του βιβλίου, η γενίκευσή τους οδηγεί σε – θεωρητικά (;) – ερωτήματα γύρω από ατομικές αποφάσεις οι οποίες αφορούν είτε κάποιον άλλον, είτε το κοινωνικό σύνολο. Και πηγαίνοντας ένα επίπεδο πιο πάνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αφορούν την ανάληψη της ευθύνης που παίρνει ο καθένας όταν καλείται να δράσει σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Καθώς και την αντίστοιχη ευθύνη, όταν επιλέγει να μη δράσει.

Πάρτε για παράδειγμα το υποθετικό, γνωστό δίλημμα. Τρένο (με ε ή με αι; το άσχετο ερώτημα του άρθρου) κινείται ανεξέλεγκτο και χωρίς οδηγό στη γραμμή του. Μπροστά υπάρχει μια διακλάδωση προς δύο διαφορετικές γραμμές, όπου στις ράγες καθεμίας από αυτές υπάρχουν δεμένοι κάποιοι άνθρωποι. Στη μια γραμμή είναι δεμένος ένας άνθρωπος, στη 2η γραμμή είναι δεμένοι από τον παρανοϊκό δολοφόνο, πέντε.

Βρισκόμαστε στο σημείο της γραμμής όπου έχουμε τη δυνατότητα τραβώντας το μοχλό (ξέρετε, αυτόν που υπάρχει στο πλάι της γραμμής σε όλες τις παλιές ταινίες με τρένα) να ορίσουμε τη κατεύθυνση του τρένου, και καλούμαστε να αποφασίσουμε. Που θα οδηγήσουμε το τρένο, σε ποια πλευρά, σε ποια από τις δύο γραμμές;

Μια μικρή παρενθεσούλα

Οποτεδήποτε έχω βάλει αυτό το “παιχνίδι” σε κάποια παρέα, έχω συναντήσει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Άνθρωποι που ανήκουν σε συγκεκριμένο φάσμα ιδεολογικών αντιλήψεων και σχεδόν όλες τις φορές μόνο αυτοί, απαντούν αμέσως και χωρίς κανένα δισταγμό. Θα το στείλουμε στη γραμμή 1, εκεί που βρίσκεται δεμένος ο ένας. Εννοείται πως θα θυσιάσουμε τον έναν για να σώσουμε τους πολλούς.

Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ανθρώπους, από αυτούς δηλ. που δεν ανήκουν ξεκάθαρα στο συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο, ανεξάρτητα με την απάντηση που θα δώσουν, θα διστάσουν να απαντήσουν. Θα προσπαθήσουν να πάρουν κι άλλα στοιχεία, θα ελέγξουν την ύπαρξη τρίτης δυνατότητας, θα προσπαθήσουν ίσως να βρουν χρόνο, και θα δώσουν την απάντηση αργότερα, ίσως (όχι όμως πάντα) μόνο μετά από πίεση, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή η απάντηση.

Αν σας τύχει να βρεθείτε σε τέτοια συζήτηση, σας προτείνω να μη βάλετε την ερώτηση αν ξέρετε ότι υπάρχει στη παρέα κάποιος του συγκεκριμένου, χτυπητού φάσματος. Κι αν τελικά το κάνετε, σε καμία περίπτωση μετά την απάντησή του, να μη θέσετε κάποιο από τα παρακάτω ερωτήματα:

  • κι αν ο ένας ήταν φίλος σου; αν ήταν η μητέρα σου, η αδελφή σου ή το παιδί σου;
  • αν στη 1η γραμμή ήταν ένας Έλληνας και στη 2η πέντε ξένοι; ή ακόμη καλύτερα, πέντε μετανάστες;
  • κι αν στη 2η γραμμή ήταν πέντε Έλληνες αλλά στη 1η ένας ξένος αλλά διάσημος, καλλιτέχνης ή πλούσιος; Θα διάλεγες να μη σώσεις τη ζωή της Κιμ Καρντάσιαν;

Να μη τα θέσετε, εκτός κι αν τα όρια ανοχής σας στην αντίφαση και τη βλακεία είναι εξαιρετικά ελαστικά.

1η προέκταση

Κάποιοι αποφεύγουν τη δράση στο παραπάνω δίλημμα. Αφήνουν τη τύχη να οδηγήσει το τρένο σε κάποια από τις δύο ράγες και αποφεύγουν να πάρουν στα χέρια τους την ευθύνη να κρατηθούν κάποιοι ζωντανοί. Πολλοί, μετά από σκέψη κι εντελώς απρόθυμα, δέχονται ότι στη γενική περίπτωση θα κατευθύνουν το τρένο στη γραμμή 1. Κι εδώ, έρχεται το 2ο ερώτημα.

Το τρένο έχει μια γραμμή. Στην άκρη της είναι δεμένοι 5 άνθρωποι, και έχουμε τη δυνατότητα να εκτροχιάσουμε το τρένο ρίχνοντας στη γραμμή ένα μεγάλο αντικείμενο. Το μοναδικό αντικείμενο που βρίσκεται κοντά μας είναι ένας άνθρωπος.

Η επιλογή εδώ είναι ακριβώς η ίδια, έχουμε να επιλέξουμε και πάλι στο πόσοι άνθρωποι θα επηρεαστούν αρνητικά από τη πράξη μας, (εν προκειμένω, να πεθάνουν), και όπως και πριν έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο αν θα σώσουμε έναν ή πέντε. Ο τρόπος που θα γίνει αυτό όμως, ξαφνικά αλλάζει την ευκολία της απόφασής μας, ακόμη και την ίδια την απόφαση.

2η προέκταση 

Τα πράγματα δεν είναι εύκολα ούτε για όσους αποφύγουν να δώσουν απάντηση (θεωρητικά, αποφύγουν να δράσουν) και προτιμούν να αφήσουν τη μοίρα να αποφασίσει γι΄ αυτούς. Σε αυτή τη περίπτωση αλλάζεις το ερώτημα, και το δίλημμα γίνεται το εξής.

Ο παρανοϊκός ψυχάκιας δολοφόνος με το πιστόλι βρίσκεται με σένα και άλλους 50 σε ένα δωμάτιο, δίνοντάς σου την εξής επιλογή. Παίρνεις το πιστόλι, σκοτώνεις έναν από τους παρεβρισκόμενους και οι υπόλοιποι πάτε σπίτι σας. Αν δεν το κάνεις πας πάλι σπίτι σου, αλλά πρώτα βλέπεις τον ψυχάκια να σκοτώνει έναν έναν διαδοχικά και τους 50. Είναι ακόμη δύσκολο να δράσεις; Αλλάζουμε τότε και πάλι τις επιλογές. Ο ένας βρίσκεται δεμένος πάνω από το νερό με το σκοινί που τον κρατά δεμένο να κατεβαίνει σιγά σιγά μέχρι να βρεθεί ολόκληρος μέσα στο νερό. Αν τον σώσεις, ο ψυχάκιας σκοτώνει τους 50. Αν τον αφήσεις να πνιγεί, πηγαίνουν και οι 50 – κι εσύ μαζί – σπιτάκι.

Και πάλι το δίλημμα είναι ακριβώς το ίδιο: επιλέγουμε να σώσουμε έναν ή να σώσουμε πενήντα; Το τι θα αποφασίσουμε δεν καθορίζεται από την αξία που δίνουμε στη κάθε ζωή, αλλά από την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία καλούμαστε να πράξουμε. Συχνά, τη δική μας διευκόλυνση τη κάνουμε θεωρία, και αυτό τελικά που κάνουν αυτού του είδους τα διλήμματα  δεν είναι ότι μας βάζουν να μετρήσουμε το ανάστημά μας μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις, αλλά ότι μας φέρνουν σχετικά εύκολα απέναντι στην ίδια μας την υποκρισία.

Μαύρος καθρέφτης

Παρόμοιες σκέψεις με αυτές μετά την ανάγνωση του Πουπουλένιου, έκανα και όταν είδα έναν αριθμό επεισοδίων από τη σειρά “Μαύρος Καθρέφτης“. Και πάλι, εμφανίστηκε κάτι που για πρώτη φορά έχει να πει κάτι διαφορετικό, κάτι ξεχωριστό, κάτι σύγχρονο. Αυτό που με συνάρπασε δεν είναι η ζοφερή πραγματικότητα που επιφυλάσσει ένα μέλλον με ανεξέλεγκτη χρήση τεχνολογίας, όσο  η τροφή για σκέψη που δίνουν πληθώρα ερωτημάτων και διλημμάτων που κυριαρχούν στη σειρά: “Είσαι σίγουρος ότι το θέλεις αυτό;” “Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις; Πόσο χαμηλά;” “Αν το αφήσεις να ξεκινήσει, αντέχεις σίγουρα σε αυτό που θα καταλήξει;” “η θυσία του ενός για χάρη των πολλών;” κτλ κτλ.

Η αφορμή για όλο αυτό όμως, καθώς και γι΄ αυτό που θα ακολουθήσει, ήταν ένα συγκεκριμένο επεισόδιο, ίσως αρκετά – από κάποιες απόψεις – διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Το σενάριό του γνωστό και ξαναδουλεμμένο: καθημερινός πολίτης, σε στιγμή απόγνωσης και κάτω από το βάρος τύψεων, κάνει απαγωγή με σκοπό να εκβιάσει την επικοινωνία με κάποιον στον οποίο χρεώνει ένα κομμάτι της ευθύνης που βαραίνει τον ίδιο. Η επικοινωνία αυτή είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει να κάνει πριν τερματίσει ηθελημένα τη ζωή του, και λόγω της απαγωγής το όλο πράγμα περιπλέκεται. Τοπική αστυνομία, FBI, πολιτικές αντί ανθρωπίνων αποφάσεων και όλα αυτά τα γνωστά. Στο βάθος του πλάνου βρίσκεται ο ελεύθερος σκοπευτής της αστυνομίας, ο οποίος όχι χωρίς καμία απόλαυση, αναμένει την εντολή για να επιτελέσει το κοινωνικό του λειτούργημα. Και στην άκρη του όλοι οι υπόλοιποι πολίτες, οι οποίοι παρακολουθούν την όλη εξέλιξη μέσω των social με τον καθένα από αυτούς να έχει τη δική του γνώμη για το ποια θα πρέπει να είναι η εξέλιξη.

Για το καλό της κοινωνίας, πάντα.

Δεν ακολουθεί σπαμ, γιατί το θέμα μου δεν είναι το τι έγινε στο έργο. Το θέμα μου αν δεν το έχετε καταλάβει τόση ώρα, είναι η ίδια η πραγματικότητα. Ξέρετε, με αφορμή τον καθημερινό άνθρωπο του έργου που ηθελημένα ίσως βρίσκεται στο στόχαστρο, σκέφτομαι τους καθημερινούς πραγματικούς ανθρώπους που έχουν βρεθεί αθέλητα απέναντι από τη πατημένη σκανδάλη. Με αυτή την αφορμή ονόματα όπως Ζακ, Ελένη, Βαγγέλης, Ηρριάνα ή και άλλα (πως το έλεγε ο Brand Pit στο Seven; να πάρει, δεν θυμάμαι το όνομά του!) περνάνε μαζί με όλη τους την ιστορία από το μυαλό μου, και έρχεται μια μελαγχολία που δεν τη προκαλεί τελικά το έργο, αλλά η πραγματικότητα.

Δεν είναι ότι υπάρχει κάποιος που με χαρά έχει πατήσει τη σκανδάλη. Δεν είναι καν ότι σε κάθε περίπτωση βρίσκεται κάποιος άλλος με δύναμη, για να τον καλύψει. Αυτό που φέρνει τη μελαγχολία είναι κάτι πιο ισχυρό.

Το ότι, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι, μα πάρα πολλοί όμως, που είναι έτοιμοι να χειροκροτήσουν μετά το πάτημα. Που έχουν ήδη πάρει την απόφαση στο δίλημμα που τους αναλογεί και την δηλώνουν φωναχτά. Και βλέποντας όχι αυτόν πίσω από το στόχαστρο, ούτε τον άλλον που του δίνει την άδεια ή που τον καλύπτει, αλλά όλους αυτούς που αποφασίζουν και κραυγάζουν αλόγιστα, καμιά φορά θα ήθελα να τους απευθύνω το λόγο και να τους πω:

Ρε σεις.

Είναι ανάγκη να είστε τόσο μουνόπανα;

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *